Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Το φαινόμενο του κραχ κάθε 50 χρόνια

Αυτή την εβδομάδα, περίπου 40 ημέρες πριν τις αμερικανικές εκλογές, όλος ο κόσμος (εκτός των Ελλήνων βέβαια) κάθεται κολλημένος στην τηλεόραση και στις εφημερίδες παρακολουθώντας το ιδιότυπο παζάρι που γίνεται στις ΗΠΑ για τη διάσωση του γοήτρου -κυρίως- της θεωρίας της αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η ρήση ότι όποιος δεν ξέρει και δεν θυμάται την Ιστορία είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει.

Στις 29 Οκτωβρίου του 1929, η "μαύρη Τρίτη" όπως έγινε γνωστή, το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης άρχισε να παίρνει την κατρακύλα για τα καλά. Ακολούθησε σχεδόν μια δεκαετία μέχρι η παγκόσμια οικονομία (κυρίως βέβαια στις ΗΠΑ) να σταθεί πάλι στα πόδια της. Εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν χωρίς δουλειά και έχασαν τα πάντα, πολύς κόσμος βρέθηκε κυριολεκτικά στο δρόμο και κανείς δεν είχε καταλάβει ακριβώς το γιατί.

Το ίδιο περίπου σκηνικό ακολούθησε μερικές δεκαετίες αργότερα με τη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, για άλλη μια φορά, λίγο νωρίτερα από τα 50 χρόνια όπου αναμενόταν (2030;), κόσμος βρίσκεται και πάλι στο δρόμο γιατί ένα πρωί αποφάσισαν να βαρέσουν κανόνι μερικές τράπεζες στις ΗΠΑ. Αυτή τη φορά, η αμερικανική κυβέρνηση, θέλοντας να προλάβει ένα νέο γενικευμένο οικονομικό κραχ, θέλει να ρίξει στην αγορά 700 δισ. δολάρια ($700.000.000.000), εξαγοράζοντας της χρεοκοπημένες τράπεζες και γλιτώνοντας κάποιους (όχι όλους) από αυτούς που θα μείνουν χωρίς δουλειά ή χωρίς σπίτι.

Πόσα ακριβώς είναι 700 δισ. δολάρια; Αν σκεφτεί κανείς ότι ο πληθυσμός της Γης σήμερα υπολογίζεται περίπου στα 7 δισ. ανθρώπους, τότε το ποσό αυτό αντιστοιχεί εύκολα σε $100 για κάθε άνθρωπο, δηλαδή όχι μόνο εργαζόμενο αλλά σε ΚΑΘΕ άνθρωπο, συνυπολογίζοντας ακόμα και μωρά μερικών εβδομάδων ή γέρους 100+ χρονών. Γιατί χρειάζονται τόσα χρήματα; Για να γλιτώσουν τις μετοχές και να αποπληρώσουν κάποια από τα χρέη των τραπεζών που βάρεσαν κανόνι - υποτίθεται ότι αν αυτό δεν γίνει, και μάλιστα σύντομα, τα πράγματα θα χειροτερεύσουν ακόμα περισσότερο, παρασύροντας ολόκληρη την αγορά στον κατήφορο. Ποιος είναι υπεύθυνος για αυτό το χάλι; Μα φυσικά τα αφεντικά των τραπεζών που χρεοκόπησαν, οι οποίοι αντί να φροντίζουν για το καλό της εταιρίας φρόντισαν για το καλό της τσέπης τους. Απολύθηκε κανένας από αυτούς; όχι βέβαια, αντίθετα, τον τελευταίο χρόνο κάποιοι έβαλαν στην τσέπη μέχρι και 300 εκατ. δολάρια (ναι, με οκτώ μηδενικά) σε μισθούς και μπόνους.

Στο οικονομικό κραχ του '30, η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να μην κάνει τίποτα μέχρι και τρία χρόνια αργότερα, αφήνοντας ουσιαστικά τις εταιρίες και τις τράπεζες να βουλιάξουν για τα καλά και να επιβιώσουν μόνο οι πραγματικά υγιείς. Ίσως αυτό να ήταν κάπως υπερβολικό, καθώς οδήγησε σε γενικευμένη κατάρρευση, αλλά όταν ο Φρ. Ρούσβελτ διακήρυξε τος σχέδιο "New Deal" είχε πολύ λιγότερα "έξοδα". Ουσιαστικά διακήρυξε τη δημιουργία του κράτους πρόνοιας, κανονισμών για την λειτουργία της αγοράς και για την προστασία των πολιτών (κατά συνέπεια της ίδιας της "υγιούς" αγοράς). Δεν χρειάστηκε να χρηματοδοτήσει όλες ανεξαιρέτως τις τράπεζες, μόνο αυτές που είχαν επιβιώσει.

Σήμερα, η κυβέρνηση του πιο φιλελεύθερου κράτους στον κόσμος θέλει να ρίξει στη "ρουλέτα" του χρηματιστηρίου ένα ποσό που ξεπερνά το μέγεθος του μεγαλύτερου αριθμού στα κομπιουτεράκια τσέπης των χρηματιστών της Wall Street. Παρόλο που για την κλασική "θεωρία της αυτορυθμιζόμενης αγοράς" αυτό είναι απαράδεκτο, φαίνεται πως τελικά είναι απαραίτητο. Μάλιστα, σύμφωνα με τη νεότερη "θεωρία της παρέμβασης", αυτό ακριβώς είναι που εισάγει σταθερότητα και εμπιστοσύνη στην αγορά, κάτι που είναι απαραίτητο για σταθερή ανάπτυξη και όχι πρόσκαιρο τζόγο. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αγοράζει τις πιο χρεοκοπημένες μετοχές αυτή τη στιγμή, έτσι ώστε να μην πέσουν άλλο και ίσως (λέμε τώρα) καταφέρει να τις ανεβάσει σε βάθος χρόνου, έτσι ώστε να μαζέψει κάπως τις απώλειες ως ένα βαθμό. Διορθώνει όμως αυτό την κατάσταση;

Το πρόβλημα της σημερινής κρίσης υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε σταδιακά από το 2000 ως σήμερα, όταν οι πιο φτωχοί αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν τυπικά στις πιο περιθωριακές ομάδες της οικονομίας, δηλαδή είναι μαύροι, μετανάστες, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και γενικά άτομα με πολύ λίγες ή καθόλου ευκαιρίες αποδοτικής (οικονομικά) εργασίας. Οι τράπεζες βέβαια τους δάνεισαν χρήματα, αδιαφορώντας για το ρίσκο, γνωρίζοντας ότι σε μια γενικευμένη κρίση (όπως σήμερα) το "κράτος πρόνοιας" δεν θα αφήσει όλο αυτό τον κόσμο στο δρόμο. Μόνο που όταν κάποιος χάνει το σπίτι του, η τράπεζα βρίσκεται με ένα ακίνητο προς πλειστηριασμό συν το ποσό που είχε αποπληρώσει ο δανειολήπτης μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πως γίνεται λοιπόν σήμερα οι τράπεζες αυτές να είναι χρεωμένες μέχρι το κούτελο; Πολύ απλά, επειδή όλος αυτός ο σκασμός από δολάρια πήγε στις τσέπες των υψηλόβαθμων στελεχών τους, ενώ τα υπόλοιπα πήγαν σε τζογάρισμα στο χρηματιστήριο. Με άλλα λόγια, το κράτος πληρώνει τα σπασμένα και τα στελέχη βάζουν στην τσέπη τη διαφορά που έχει λασπώσει στις εταιρίες τους. Πολύ ωραία.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τι γίνεται ταυτόχρονα με το πετρέλαιο. Μερικούς μήνες και μερικούς τυφώνες νωρίτερα, η τιμές του πετρελαίου ανέβαιναν καθημερινά σαν πυρετός, υποτίθεται λόγω "αστάθειας" στην αγορά, λόγω έλλειψης κοιτασμάτων και άλλα τέτοια όμορφα. Με το που έγινε η σύρραξη στη Γεωργία, το πετρέλαιο όχι μόνο δεν ανέβηκε αλλά έπεσε κιόλας! Υπόψη ότι από την Κασπία θάλασσα διακινούνται καθημερινά περίπου 850.000 βαρέλια πετρέλαιο. Υποτίθεται ότι όταν γίνεται πόλεμος σε μια περιοχή τόσο σημαντική ενεργειακά, υπάρχει περίπτωση να υπάρξουν ελλείψεις ή έστω φόβοι για διακοπή της τροφοδοσίας. Αλλά τίποτα. Μηδέν.

Σήμερα, οι αρμόδιοι αναλυτές ομολογούν ότι, τελικά, το πρόσφατο ράλι των τιμών του πετρελαίου οφειλόταν σε κερδοσκόπους. Μπα, αλήθεια; Και γιατί σήμερα δεν κάνουν το ίδιο; Μα γιατί με την κρίση στην αγορά οι τράπεζες έχουν ξεμείνει από ρευστό. Ακόμα και στην περίπτωση που δεν παίζουν οι ίδιες οι τράπεζες το ρόλο του κερδοσκόπου (πολύ συχνό φαινόμενο) ρίχνοντας και αποσύροντας από την αγορά τεράστια ποσά καθημερινά, οι υπόλοιποι κερδοσκόποι δουλεύουν συνήθως με δανεικά: κάποιος δανείζεται από μια τράπεζα ας πούμε ένα ευρώ (ή ένα εκατ.), "ποντάρει" σε μια μετοχή ή στην τιμή του πετρελαίου, στη συνέχεια βγαίνει και σκίζεται ότι ξαφνικά στέρεψαν οι αντλίες και αντί για πετρέλαιο βγάζουν βιτριόλι, η τιμή ανεβαίνει κατακόρυφα καθώς όλοι θέλουν να αγοράσουν τώρα (φθηνά, πριν ανέβει), και ο τύπος λίγο αργότερα πουλάει αυτό που αγόρασε 3 ευρώ, δίνοντας πίσω στην τράπεζα το 1 και βάζοντας στην τσέπη 2 ευρώ καθαρό κέρδος. Μάλιστα, στην αγορά παραγώγων δεν χρειάζεται καν να αγοράσεις μετοχή, απλά ποντάρεις αν κάποια μετοχή θα ανέβει ή θα πέσει. Μόνο ο ΟΠΑΠ λείπει από το πανηγυράκι. Ε, και αν κάποιο "στοίχημα" δεν βγει, το πολύ πολύ να βαρέσει κάποιο δυνατό κανόνι, σαν αυτό των αμερικανικών τραπεζών σήμερα ή σαν την Enron πριν μερικά χρόνια.

Το δυσάρεστο είναι ότι σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει εναλλακτική λύση ως προς το οικονομικό μοντέλο, στις ΗΠΑ και γενικά στις ανεπτυγμένες χώρες. Οι αγορές αποδεικνύεται πως δεν μπορούν να αυτορρυθμιστούν και χρειάζονται κρατική εποπτεία ή/και παρέμβαση, αλλά ακόμα και έτσι τα περιθώρια ζημιάς για τους πολλούς και κερδοσκοπίας από λίγους είναι τεράστια. Δυστυχώς τα Οικονομικά Πανεπιστήμια έχουν υιοθετήσει πλήρως το μοντέλο αυτό και δεν υπάρχει καμία πιθανότητα εναλλακτικής πρότασης, δηλαδή να "ανακαλύψουν" ένα νέο, καλύτερο και οικονομικά βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Φαίνεται ότι οι αγορές είναι καταδικασμένες να "πατώνουν" κάθε 50 περίπου χρόνια, κάμποσα εκατομμύρια να εξαφανίζονται ξαφνικά από την αγορά, ο πολύς κόσμος να κοιτά σαστισμένος για το κακό που τους βρήκε και το κράτος να επεμβαίνει απρόθυμα για να πληρώσει τα σπασμένα (με λεφτά των φορολογούμενων φυσικά).

Για όλα τα παραπάνω, αξίζει να ακούσει κανείς την τελευταία εκπομπή του Infowar στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ:

*** ΣΚΑΪ ραδιόφωνο - "Infowar" (21/9/2008)
.

1 σχόλιο:

Harris είπε...

Μετά τις ΗΠΑ, η "λυπητερή" ψήνεται και για τις τράπεζες της ΕΕ.

"Τα κέρδη δικά τους, τα χρέη δικά μας;" (περιοδικό "Ε")

"Προς τραπεζίτες: από το ΝΤΑΟΥ(Ν) Τζόουνς στο Νταού Πεντέλης." (περιοδικό "Ε")