Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Οι πατέντες λογισμικού και πάλι στο προσκήνιο

Στο site του Stop Software Patents έχει αναρτηθεί ένα ακόμη petition για συλλογή υπογραφών. Μετά την πρόσφατη απόρριψη του αιτήματος πέρυσι, το ζήτημα έχει περάσει πλέον στο Enlarged Board of Appeal (EBoA), το οποίο υποχρεώνεται να αποφανθεί μέχρι το τέλος Απριλίου για τη θεσμοθέτηση ή όχι πατέντας λογισμικού στην ΕΕ.

Πολλοί με ρωτούν γιατί οι άνθρωποι του χώρου της Πληροφορικής και των νέων τεχνολογιών αντιδρούν σε αυτή την προοπτική. Καλά, μου λένε, δεν είναι καλό να υπάρχουν πατέντες στα προγράμματα όπως σε όλα τα άλλα εμπορικά προϊόντα; Αυτό δεν θα αποδώσει μεγαλύτερα κέρδη στις εταιρίες λογισμικού; Καλό δεν είναι αυτό για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα;

Να καταθέσω και εγώ, λοιπόν, την προσωπική μου άποψη και εμπειρία για το θέμα, η οποία δείχνει προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση: ΚΑΜΙΑ υποστήριξη σε πατέντες, ειδικά σε λογισμικό.

-> Σύντομη εξήγηση:

Άλλο "ελεύθερη" αγορά, άλλο "δίκαιη" αγορά. Αν τα δύο έρχονται σε αντίθετη, τότε θάψε το πρώτο. Έτσι απλά.

-> Εκτενής εξήγηση (όποιος βαριέται να διαβάζει, ας πάει κατευθείαν στο τέλος):

Η λογική της ελεύθερης αγοράς λέει ότι ο σωστός ανταγωνισμός οδηγεί στην βελτίωση της ποιότητας και στη μείωση των τιμών. Όμως, αυτό το απλοϊκό μοντέλο λειτουργεί έτσι μόνο όταν έχουμε να κάνουμε με ισότιμους ανταγωνιστές, αντικειμενικούς πελάτες και καθόλου καρτέλ.

Η λογική της πατέντας, όχι μόνο επιτείνει τα παραπάνω προβλήματα, αλλά επιπλέον αποσυνδέει ουσιαστικά την πραγματική αξία του τελικού προϊόντος από την κερδοφορία της εταιρίας από αυτό. Ακόμα και αν πρόκειται για κάτι που κανονικά χάνει στον άμεσο ανταγωνισμό, η πατέντα ουσιαστικά απαγορεύει από κάθε άλλον να το προωθήσει εμπορικά (για δικούς του λόγους ή σε άλλη αγορά) ή, εναλλακτικά, να πληρώσει τον "ιδιοκτήτη" για να εξασφαλίσει την ανάλογη άδεια. Με άλλα λόγια, η πατέντα δίνει το πλεονέκτημα της αποκλειστικότητας, κάτι που εν γένει είναι εντελώς αντίθετο με την "ελεύθερη" αγορά και τον δίκαιο ανταγωνισμό.

Η ιδέα ότι η πατέντα προσφέρει τη δυνατότητα κατοχύρωσης της αντίστοιχης επένδυσης είναι επίσης λάθος, γιατί κανείς δεν "βεβαιώνει" στην εταιρία αντίστοιχα κέρδη παρά μόνο αν οι πελάτες εξαναγκαστούν προς το συγκεκριμένο προϊόν, κάτι εύκολο βέβαια όταν δεν υπάρχουν ανταγωνιστές. Το ότι μια πατέντα μπορεί να κλειδώσει εντελώς μια αγορά, αυτό φαίνεται από την κατάσταση με τις φαρμακοβιομηχανίες και τα φάρμακα-ρέπλικες που φτιάχνουν μικρές εταιρίες στην Αφρική και στην Ινδία, σε παραβίαση των διεθνών κανόνων περί πατέντας. Το συμπέρασμα είναι ότι η πατέντα, αφ' ενός δεν εξασφαλίζει το κέρδος αν έρχεται σε αντίθεση με το "κοινό καλό", αφ' ετέρου καμία εταιρία δεν πρέπει έτσι κι αλλιώς να έχει αποκλειστικό δικαίωμα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ειδικά για το λογισμικό, έχουμε να κάνουμε με καθαρά πνευματικό "προϊόν", το οποίο έτσι κι αλλιώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγραφεί και να οριοθετηθεί με λεπτομέρεια. Συνεπώς, το πρόβλημα καταλήγει στο ποιος έχει τον καλύτερο νομικό σύμβουλο, ώστε να περιγράψει το περιεχόμενο έτσι, ώστε να γίνει αποδεκτό, χωρίς να εξεταστεί η σκοπιμότητα αυτής της ενέργειας. Αποκορύφωμα είναι το αμερικανικό σύστημα, όπου πατέντα έχει δικαίωμα να κατοχυρώσει ο πρώτος που θα προλάβει να την υποβάλλει, ακόμα και αν δεν είναι αυτός που είχε την αρχική ιδέα.

Να σημειωθεί ότι παγκοσμίως υπάρχουν τρία μεγάλα συστήματα κατοχύρωσης πατέντας, λίγο-πολύ ανεξάρτητα μεταξύ τους: το Αμερικανικό, το Ευρωπαϊκό και της Ιαπωνίας. Επειδή ακριβώς είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, μια εταιρία που θέλει να κατοχυρώσει 100% το προϊόν της πρέπει να υποβάλλει ξεχωριστές αιτήσεις σε κάθε σύστημα ξεχωριστά. Το κόστος υποβολής (όχι έγκρισης) είναι περίπου 3.000-10.000 ευρώ, ανάλογα με την ποιότητα του κειμένου και αντίστοιχα του νομικού συμβούλου. Ειδικά για το Ιαπωνικό σύστημα χρειάζεται και μια πανάκριβη μετάφραση νομικού περιεχομένου, η οποία κοστίζει 10.000-15.000 επιπλέον. Μαζί με κάποια πρόσθετα διαδικαστικά, το κόστος υποβολής (χωρίς σίγουρη έγκριση φυσικά) είναι περίπου 50.000 ευρώ, προσφέροντας 6-12 μήνες προκαταρκτικής "κατοχύρωσης" (μόνο ιδιοκτησίας της ιδέας, όχι αποκλειστικής χρήσης ακόμα) μέχρι την επίσημη εξέταση και στη συνέχεια την πλήρη κατοχύρωση για ένα διάστημα από 5 εως 20 και πλέον χρόνια, ανάλογα το αντικείμενο και το σύστημα όπου ισχύει.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, μια εταιρία υποβάλλει αίτηση κατοχύρωσης για κάτι νέο όταν κρίνει ότι από αυτό θα βγάλει (με ελάχιστο ανταγωνισμό) αρκετά περισσότερα από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη και τις αμοιβές υπαλλήλων, υποστήριξη προϊόντος στο διάστημα αυτό, κτλ.

Ειδικά (και πάλι) για το λογισμικό, μια επιπλέον ιδιαιτερότητά του είναι ότι μπορεί να ενσωματώσει υπό τη μορφή αλγορίθμου ιδέες, μεθοδολογίες και πρακτικές από άλλες επιστήμες, ακόμα και πολύ γενικής φύσεως. Το ότι κάποιος θεωρεί ευφημισμό το να πατενταριστεί π.χ. η πρόσθεση, αυτό αποτελεί απλά νομική δυσκολία, όχι εγγενές πρόβλημα του συστήματος που θα επέτρεπε το πατεντάρισμα κάθε αλγορίθμου χωρίς εξαιρέσεις. Οτιδήποτε μπορεί να περιγραφεί σε διακριτά λογικά βήματα αποτελεί αλγόριθμο, άρα πρέπει να μπορεί να πατενταριστεί, σωστά; Αν αρχίσουν οι εξαιρέσεις, τότε το πρόβλημα εκφυλίζεται σε νομικής φύσεως και όχι ουσίας, αν δηλαδή πρέπει ή όχι μια εταιρία να έχει αποκλειστικά δικαιώματα πάνω σε μια μεθοδολογία αντί απλά πάνω στην ταμπέλα των προϊόντων που πουλάει.

Ποιον και πότε ευνοεί η ύπαρξη πατέντας; Σίγουρα κάποιον που έχει μια τρομερά σημαντική ιδέα, όπως για παράδειγμα τον "εφευρέτη" του WWW (Tim Berners-Lee), ο οποίος πάντως προτίμησε να -μην- πατεντάρει την ιδέα του ακριβώς για τους παραπάνω λόγους. Σίγουρα κάποιον που διαθέτει τουλάχιστον 50.000 ευρώ και πιστεύει ότι θα τα εισπράξει πίσω πολλαπλάσια σε κέρδη. Σίγουρα μια χώρα που έχει την δυναμική, την τεχνογνωσία και την οικονομική δυνατότητα (παραγωγή, διάθεση, δυναμικό) να την υποστηρίξει εμπορικά, ή να είναι τόσο πολύ πιο μπροστά σε επιστημονικό/τεχνολογικό επίπεδο παγκοσμίως, ώστε απλά να "πουλάει ιδέες" στις υπόλοιπες χώρες μέσω αδειών χρήσης πατεντών.

Σίγουρα δεν ευνοεί κάποιον που χρειάζεται απελπισμένα κάποιο συγκεκριμένο προϊόν, αλλά του απαγορεύεται να το παράγει μόνος του λόγω πατέντας (βλ. φάρμακα). Ναι, όλα μπορούν να γίνουν με 2 ή 3 ή περισσότερους τρόπους, κάθε ένας από τους οποίους μπορεί να πατενταριστεί ξεχωριστά. Μόνο που μεταξύ της πρώτης και της επόμενης εναλλακτικής ιδέας, μπορεί να περάσουν δεκαετίες ολόκληρες, ενώ στο μεταξύ οι πόροι και ο χρόνος όλων των υπολοίπων θα καταναλλώνεται στο να πληρώνουν πολλαπλάσια του κανονικού ποσά στον ένα και μοναδικό που κατέχει την πρώτη πατέντα του προϊόντος. Στην πραγματικότητα δεν πληρώνουν την αξία του προϊόντος, αλλά την υπεραξία της πατέντας πάνω σε αυτό, δηλαδή τη δυνατότητα του απόλυτου ελέχγου που έχει ο ιδιοκτήτης σε εμπορικό (και όχι μόνο) επίπεδο. Δηλαδή κάθε άλλο παρά ελεύθερη αγορά. Σίγουρα καθόλου δίκαιη.

Να σημειωθεί επίσης ότι η υιοθέτηση ανοικτών προτύπων (open standards), που προωθείται συχνά ως αντιστάθμιση στα κλειστά και πατενταρισμένα συστήματα, είναι μια έννοια εν γένει αντίθετη με τον σκληρό ανταγωνισμό και τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, όπως αυτές οριοθετούνται μέσα από πατέντες. Και αυτό γιατί στις Τεχνολογίες Πληροφορικής & Επικοινωνιών (ΤΠΕ) το τελικό προϊόν από μόνο του λέει πάρα πολλά για τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκε και λειτουργεί εσωτερικά, ειδικά σε ότι αφορά πρότυπα αρχείων, πρωτόκολλα επικοινωνιών και τεχνολογίες h/w. Καμία εταιρία δεν πρόκειται να υιοθετήσει ανοικτά πρότυπα σε ένα επιτυχημένο πατενταρισμένο προϊόν της, μόνο και μόνο για να "διευκολύνει" τους πελάτες της, γιατί πολύ απλά έτσι χάνει το συγκριτικό πλεονέκτημα και την υπεραξία της ίδιας της πατέντας που κατέχει.

Ο μοναδικός τρόπος να αξιοποιηθεί στο μέγιστο ένα ανοικτό πρότυπο είναι όταν όλοι συμφωνήσουν να το εφαρμόσουν, κάτι που φυσικά αντιβαίνει στον ίδιο τον χαρακτήρα της πατέντας ως "αποκλειστικής χρήσης". Άρα η εταιρία που έχει την πατέντα όχι μόνο θα θέλει να κρατήσει το πλεονέκτημα του "καλύτερου" προϊόντος έναντι των ανταγωνιστών της κρατώντας "κλειστή" την εσωτερική τεχνογνωσία, αλλά επιπρόσθετα να αποκλείσει κάθε δυνατότητα δημιουργίας κάποιου μελλοντικού ανταγωνιστικού προϊόντος από άλλη "συμβατή" εταιρία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Microsoft, η οποία αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει το πρότυπο OOXML (Office Open XML) στα αρχεία του Office 2007 και να το αντικαταστήσει από το αντίστοιχο ISO-Standard OpenDocument format.

Ποια είναι η προοπτική της Ελλάδας στα παραπάνω; Τη συμφέρει ή όχι η θεσμοθέτηση πατέντας στο λογισμικό; Αν μιλούσαμε για πατέντα στα πολιτικά συστήματα, σίγουρα θα ήμασταν πολύ πλουσιότεροι ως χώρα αν οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν προνοήσει να πατεντάρουν τη Δημοκρατία (ιδέα), ή έστω το κοινοβουλευτικό σύστημα και τις εκλογές (εφαρμογή). Αλλά ευτυχώς για τον υπόλοιπο κόσμο, δυστυχώς ίσως για εμάς, αυτό δεν έγινε. Ίσως το λογισμικό είναι πολύ πιο ασήμαντη υπόθεση από το πολίτευμα μιας χώρας, αλλά η λογική είναι η ίδια: κατοχυρώνοντας έναν αλγόριθμο, μια μεθοδολογία, έναν τρόπο επίλυσης/σκέψης, ουσιαστικά αποκτάς νομικό δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσής του. Δεν έχει σημασία αν είναι σημαντικό ή όχι, αν είναι δίκαιο ή όχι, σημασία έχει ότι μόνο εσύ μπορείς να το έχεις δικό σου και να εξαναγκάσεις όλους του άλλους να το αγοράσουν από εσένα.

Ξεπερνώντας τα παραπάνω διλήμματα "ηθικής" φύσεως, κάποιος ρεαλιστής οικονομικός αναλυτής θα έλεγε πως όλα εξαρτώνται από το τελικό ισοζύγιο. Αν τελικά έχεις οικονομικό κέρδος, τότε κάντο, χωρίς δεύτερη σκέψη. Τι θα γινόταν, λοιπόν, αν αύριο το πρωί επιτρέπονταν δια νόμου οι πατέντες λογισμικού στην ΕΕ; Πολύ απλά, εταιρίες όπως η Microsoft, η Sun, η Cisco, η Oracle, η IBM, κτλ κτλ κτλ, θα υπέβαλλαν σε χρόνο ρεκόρ χιλιάδες πατέντες, χωρίς να ιδρώνουν καθόλου για το κόστος ή για το ανθρώπινο δυναμικό που κάτι τέτοιο θα απαιτούσε, κατοχυρώνοντας μέσα σε ένα χρόνο το 70% όλων αυτών που σήμερα γνωρίζουμε ως software engineering, παλεύοντας παράλληλα με προσφυγές εκατέρωθεν για το υπόλοιπο 30%. Έτσι, κάθε φορά που στο μέλλον κάποιος θα χρησιμοποιούσε μια συγκεκριμένη μεθοδολογία ανάπτυξης s/w, μια λογική σχεδίασης ενός πρωτοκόλλου ή ένα συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, κάποια εταιρία θα ζήταγε ταρίφα από αυτόν που το εφάρμοσε.

Προσοχή, δεν μιλάμε για τελικό προϊόν, όπου μια εταιρία κατοχυρώνει κάποιο συγκεκριμένο πρωτόκολλο (αν και αυτό σηκώνει επίσης πολλή κουβέντα) για την προστασία κάποια εξειδικευμένης τεχνολογίας, αλλά για τη διαδικασία που οδήγησε στην ανακάλυψη και την κατασκευή της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Δηλαδή, όσο έξυπνη και αν είναι η επόμενη ιδέα σου, κάποια εταιρία θα έχει πάντα το δικαίωμα να σου ζητήσει το ποσοστό της από τα μελλοντικά σου κέρδη. Είναι σαν να πληρώνεις κάποιον κάθε φορά που χρησιμοποιείς μολύβι για να γράψεις, όχι συγκεκριμένο μολύβι αλλά -οποιοδήποτε- μολύβι, για να γράψεις -οτιδήποτε- από τα ψώνια στον μπακάλη μέχρι την επόμενη θεωρία υπερχορδών.

Είτε θέλουμε να το αποδεχτούμε είτε όχι, η πατέντα δεν είναι παρά ένα νόμιμο εργαλείο τεχνητής χειραγώγησης της αγοράς, αποσυνδεδεμένο εντελώς από την πραγματική αξία του προϊόντος που υποτίθεται ότι καθοδηγεί (μέσω της ποιότητας και του κόστους) την προτίμηση του αγοραστικού κοινού. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη είναι απλά η προσπάθεια ηθικής και κοινωνικής δικαιολόγησης των παραπάνω καταστάσεων με οικονομικούς και εμπορικούς όρους. Και ας μην σκεφτεί κανείς ότι κερδοφόρα εταιρία σημαίνει και ευτυχισμένοι υπάλληλοι, γιατί οι εταιρίες που βαράνε κανόνια παγκοσμίως από πέρυσι δεν είναι αυτές που απλά δεν είχαν κατοχυρώσει αρκετές πατέντες στον τομέα τους.

Όπως είναι κατανοητό, η Ελλάδα δεν έχει ούτε τα μέσα, ούτε τη διάθεση, ούτε και την αντικειμενική δυνατότητα να ανταγωνιστεί σε τέτοια κλίμακα, τη στιγμή που οι προαναφερθείσες εταιρίες έχουν ετήσιο προϋπολογισμό μεγαλύτερο από τον δικό μας κρατικό προϋπολογισμό ως ολόκληρη χώρα. Επιπλέον, οι μεγάλες (ποιες;) εταιρίες λογισμικού στη χώρα μας, οι αμιγώς Ελληνικές και μη εξαρτώμενες από καμία πολυεθνική, σίγουρα δεν έχουν τη διάθεση ή τους πόρους (ή και τα δύο) να επενδύσουν καν σε R&D, πόσο μάλλον να το κατοχυρώσουν και μέσω πατεντών. Ακόμα και τα ιδρύματα ακαδημαϊκού χαρακτήρα που έχουν το προσωπικό και τους πόρους να το κάνουν, είτε δεν ασχολούνται με αυτό από θέμα αρχής, είτε δεν γνωρίζουν πως να το κάνουν, είτε απλά δεν τους ενδιαφέρει.

Η ιδέα του μοναχικού, έξυπνου "μάστορα" που κατοχυρώνει μια ιδέα και ξαφνικά γίνεται πλούσιος είναι τόσο ρομαντική και ουτοπική όσο τα παραμύθια που διαβάζουμε στα παιδάκια για να κοιμηθούν. Μερικοί το πουλάνε ακόμα και σήμερα στις ΗΠΑ ως το επόμενο "american dream", παρόλο που το φιάσκο των dot-com την περασμένη δεκαετία έχει επίδραση σε όσα συμβαίνουν σήμερα στην παγκόσμια οικονομική κρίση. Παραδείγματα όπως το Google, το YouTube και το Facebook αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, αλλά ακόμα και σε παρόμοιες εξαιρέσεις η χρήση πατέντας παίζει μάλλον αρνητικό παρά θετικό ρόλο στην υιοθέτηση και τη διάχυση μιας νέας τεχνολογικής εξέλιξης τη σημερινή εποχή.

Σε όλες τις περιπτώσεις, φαίνεται ότι η ενεργοποίηση Κοινοτικής νομοθεσίας υπέρ της θέσπισης πατέντας, οποιασδήποτε μορφής, σε λογισμικό και σε ευρύτερα θέματα ΤΠΕ από ότι καλύπεται σήμερα (καθαρά τεχνολογίες h/w ως τελικό προϊόν), θα εύρισκε το επόμενο πρωί την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσμενέστερη θέση από ότι σήμερα. Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή και κυνική, όποια προοπτική υπάρχει σήμερα (έστω και θεωρητικά) για ανάπτυξη εγχώριας αγοράς s/w development θα χανόταν για πάντα.

Κατά συνέπεια, νομίζω πως πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον καθένα ότι, όσο η Ελλάδα είναι ουραγός στη διαμόρφωση και στον καθορισμό των εξελίξεων στις ΤΠΕ παγκοσμίως (δηλαδή για τα επόμενα 1000+ χρόνια), κάθε σκέψη περί υιοθέτησης "πατενταρίσματος" στις ΤΠΕ ειδικά στο s/w πρέπει να είναι "κόκκινο πανί" και αιτία πολέμου, όχι μόνο για ηθικούς/κοινωνικούς λόγους αλλά και για καθαρά οικονομικούς/εμπορικούς.

Για περισσότερες πληροφορίες:



* "Stop Software Patents"

* "Foundation for Free Information Infrastructure (FFII)

* "No Software Patents"
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: